Wednesday, April 27, 2011

Κοκορέτσι stop –Ένα φανταστικό Πάσχα


Το Πάσχα είναι μία μεγάλη γιορτή του Χριστιανισμού. Χεστήκαμε. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ότι το Πάσχα είναι μια μεγάλη ευκαιρία να την κάνεις με ελαφρά από τη βρωμερή πρωτεύουσα μαζί με μια φίλη/φίλο/γκόμενα/γκόμενο (όπως τη βρίσκει ο καθείς) και να περάσεις μερικές μερούλες μούρλια χωρίς άγχος, χωρίς δουλειά, χωρίς υποχρεώσεις -και στη δική μου περίπτωση χωρίς στομάχι, γιατί πριν το Πάσχα ένιωθα μια κατάθλιψη και αποφάσισα να πιο όλο το Βόσπορο για να μου φύγει. Τελικά το μόνο που μου έφυγε είναι το στομάχι. Κυριολεκτικά. Έκανε υπομονή μια, δυο, τρεις, τέσσερεις μέρες και μετά είδε κι απόειδε, μάζεψε τα αλεσμένα αποφάγια του, τα οξέα και τα έλκη του, με διαολόστειλε και έφυγε. Τώρα ζω χωρίς στομάχι και αυτό εξηγεί το κενό που νιώθω εκεί που κάποτε ήταν το στομάχι μου.

Όμως όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία, γιατί πέρασα πέντε μέρες λουκούμι, και αν το στομάχι μου δεν μπορεί να το καταλάβει αυτό, μάλλον δεν μ’ αγάπησε ποτέ πραγματικά, οπότε καλά έκανε και έφυγε, και κρίμα που έτρεχα και του αγόραζα Ζαντάκ για να το φροντίσω.

Αλλά ας πάμε πίσω στη μέρα που ξεκίνησαν όλα. Την Παρασκευή. Ξέρετε, τη μεγάλη. Αυτή την Παρασκευή, λοιπόν, ξύπνησα με διάθεση επιτάφιου –έτσι, για να ταιριάζω με τη μέρα. Αμέσως μετά, αγχώθηκα. Αυτό είναι κάτι που μου συμβαίνει πάντα πριν τα ταξίδια, γιατί αντί να ετοιμάζομαι την προηγούμενη μέρα που έχω άπλετο χρόνο, περιμένω πάντα την τελευταία στιγμή ώστε να ξεχνάω σημαντικά πράγματα (φορτιστή, κλειδιά, εσώρουχα, το σκύλο μου –ή, αν το ταξίδι είναι στο εξωτερικό το διαβατήριο, το οποίο θυμάμαι κάπου στα μισά της διαδρομής προς το αεροδρόμιο και γυρνάω πίσω να το πάρω, με αποτέλεσμα να πάθω πέντε εγκεφαλικά μέχρι να φτάσω τελικά στο τσεκ-ιν).

Αγχώθηκα, λοιπόν, γιατί είχα μόλις μία ώρα για να ετοιμαστώ και να πάω στο Παγκράτι, όπου είχα ραντεβού με τη φίλη μου τη Χριστιάνα. Το άγχος μου προκάλεσε εκνευρισμό, οπότε αντί να αρχίσω να ετοιμάζομαι, έφτιαξα ένα τσάι. Αυτό με εκνεύρισε ακόμα περισσότερο γιατί στην πραγματικότητα ήθελα καφέ, αλλά κάνω ομοιοπαθητική και δεν μπορώ να πιω και είμαι σαν πρεζάκι, χώνω τη μούρη μου μέσα στους καφέδες των ανθρώπων και κάνω εισπνοές, μπας και ξεγελάσω τη μανία μου για καφεΐνη, αλλά τίποτα. Τέλος πάντων ήπια το τσάι μου, έκανα λίγο πρωινό ζάπινγκ, τεντώθηκα, χασμουρήθηκα και αποφάσισα επιτέλους να ετοιμαστώ. Φυσικά, χτύπησε το τηλέφωνο. Μέχρι να το κλείσω η ώρα είχε πάει 11.45. Στις 12 έπρεπε να είμαι στο Παγκράτι. Με ταχύτητα Φλας Γκόρντον άρχισα να ντύνομαι, να πετάω ρούχα σε ένα σακ βουαγιάζ, να συμμαζεύω το χάος που δημιουργούσα στην πορεία και να καθαρίζω τα ρούχα που μόλις είχα φορέσει από την οδοντόκρεμα που -όπως κάθε φορά που βιάζομαι διαολεμένα- έτρεξε στη μπλούζα μου.

Όπως αποδείχθηκε στην πορεία, το σακ βουαγιάζ περιείχε ένα σωρό άχρηστα πράγματα και σχεδόν τίποτα από αυτά που τελικά χρειαζόμουν, αλλά τέλος πάντων εγώ και τα πράγματά μου μπήκαμε κάποια στιγμή στο αυτοκίνητο έχοντας ήδη καθυστερήσει μία ώρα. Στη διαδρομή άρχισε να με τυλίγει μια μαυρίλα, ένα συναίσθημα δυσοίωνο, μια μιζέρια, μια καταχνιά άλλο πράμα. Μέχρι να φτάσω στο Παγκράτι ήμουν πλέον πεπεισμένη ότι με περίμενε κάποιο μεγάλο κακό –καραμπόλα στην Εθνική, κατάρρευση γέφυρας, ληστεία μετά φόνου, δεν ξέρω τι, αλλά ζωντανή δεν θα την έβγαζα. Με αυτή ακριβώς τη διάθεση, και με μια Χριστιάνα στα πρόθυρα βρογχοπνευμονίας, ξεκίνησα για την Πάτρα.

Στη διαδρομή άρχισα να συμφιλιώνομαι με την κατάθλιψη και τα νεύρα μου, ήπια και μια γουλιά καφέ από την ετοιμοθάνατη φίλη –χωρίς να φοβάμαι μήπως με κολλήσει ότι διάολο μικρόβια ήταν αυτά που κάναν πάρτυ στα πνευμόνια της, γιατί όπως είπαμε ήμουν σίγουρη ότι δεν θα την έβγαζα καθαρή αυτό το Πάσχα, οπότε τι σημασία έχει μια μικρή πνευμονία- αποδέχθηκα τη μοίρα μου και κάπως ηρέμησα. Η διάθεσή μου βελτιώθηκε αισθητά όταν περάσαμε τα διόδια, γιατί ήταν εκεί κάτι τύποι φανταστικοί με κόκκινες σημαίες που μας βρίζανε για να μην πληρώσουμε το μπουρδέλο το κράτος που μας εκμεταλλεύεται, οπότε και ‘μεις κολλήσαμε πίσω από το μπροστινό αυτοκίνητο –που επίσης δεν πλήρωσε- και περάσαμε με ντου εν μέσω πανηγυρισμών και χειροκροτημάτων και νιώθαμε τουλάχιστον Τσε Γκεβάρα. Ιν γιορ φέις ΔΝΤ! Μετά σταματήσαμε στα Μακ Ντόναλντς γιατί η επανάσταση μας πείνασε και θέλαμε λίγο ιμπεριαλιστικό φαγητό. Σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα αυτό. Άμα έχετε διάθεση να αυτοκτονήσετε με το σταυροκατσάβιδο, πάρτε το αυτοκίνητό σας, οδηγείστε μέχρι τα πλησιέστερα διόδια και περάστε ντουγρού. Μιλάμε για το πιο φυσικό διεγερτικό ever. Θα νομίζετε ότι πήρατε την Πόλη. Τουλάχιστον.

Οχτακόσιες ώρες μετά φτάσαμε στην Πάτρα. Το σπίτι του Γιώργη, του φανταστικού αδερφού της Χριστιάνας που θα μας φιλοξενούσε –να ‘ναι καλά το παιδί, που την έβγαλε τέσσερα βράδια στον καναπέ για να απλωνόμαστε εμείς οι μουλάρες στο κρεβάτι του- ήταν πίσω από ένα βουνό σκουπίδια (είχαν απεργία οι σκουπιδιάρηδες) και στην αρχή το προσπεράσαμε. Τελικά όμως το βρήκαμε, ξεκουβαλήσαμε τα σακ βουαγιάζ που είχαν γίνει αχταρμάς και, αναπνέοντας από το στόμα για να γλιτώσουμε τη μπόχα, ανεβήκαμε στο σπίτι. Το σπίτι του Γιώργη είναι ένα κουκλίστικο διαμέρισμα στο κέντρο της Πάτρας, την οποία λάτρεψα για το γεγονός ότι όλα είναι κοντά και μπορείς να πας παντού με τα πόδια. Αλλά μιλάμε παντού. Για ψώνια? Με τα πόδια. Για καφέ? Με τα πόδια. Για ποτό? Με τα πόδια. Σε πιάνει κόψιμο ενώ είσαι στο δρόμο, στη δουλειά, στα μαγαζιά? Κανένα πρόβλημα, πετάγεσαι στο σπίτι σου με τα πόδια. Τόσο κοντά.
Στην αρχή, βέβαια, είχα μιζεριάσει λίγο διότι είχα και αυτή την υποβόσκουσα κατάθλιψη που είχα κουβαλήσει μαζί μου από την Αθήνα και σκεφτόμουν ότι ήταν λίγο μαλακία που έφυγα από πόλη για να έρθω σε πόλη. Αλλά έτσι όπως τα σκεφτόμουν αυτά ατενίζοντας τις γύρω πολυκατοικίες μία από αυτές (τις πολυκατοικίες) κουνήθηκε από τη θέση της και κατάλαβα ότι δεν ήταν πολυκατοικία αλλά καράβι, ότι έχουμε θέα θάλασσα και ότι είμαστε 2 λεπτά από το λιμάνι (φυσικά με τα πόδια) και ένιωσα πολύ καλύτερα.

Το βράδυ πήγαμε στον επιτάφιο που πήγαινε μια χαρά με τα μούτρα μου. Σαν ανάποδος άνθρωπος που είμαι, όμως, όλη αυτή η βαριά ατμόσφαιρα, η κατάνυξη και η θλίψη μου έφεραν ένα νευρικό γέλιο στα πρόθυρα της υστερίας. Είχα και τους άλλους δύο χάχες από δίπλα, τη Χριστιάνα και τον αδερφό της, ρεζίλι γίναμε. Ο δε μπαμπάς της Χριστιάνας, που είναι πολύ ωραίος τύπος, με σύστηνε στον κόσμο ως το τρίτο του παιδί. Μετά πήγαμε στη μαμά της για να φάμε. Η μαμά της Χριστιάνας είναι η πιο φανταστική απ’ όλους και δεν θα την περιγράψω καθόλου, γιατί θα χρειαστώ ένα post μόνο για εκείνη. Φτάνει να πω ότι είναι χαρακτήρας βγαλμένος από ταινία, δεν υπάρχει η γυναίκα, είναι όλα τα λεφτά. Αυτά. Σας αφήνω με την απορία.

Το πρωί της επόμενης μέρας με βρήκε με εμφανώς βελτιωμένη διάθεση, αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι ξύπνησα από τις ρημαδοκαμπάνες, γιατί το σπίτι του Γιώργη ήταν ακριβώς πίσω από μια εκκλησία. Έτσι έμαθα για την πρώτη ανάσταση –τόσα χρόνια δεν είχα πάρει χαμπάρι ότι υπάρχει και πρωινή Ανάσταση. Η Χριστιάνα είπε ένα φανταστικό αστείο όταν τη ρώτησα απορημένη τι είναι η πρώτη Ανάσταση, ότι συνήλθε ολίγον ο Κύριος, άνοιξε ένα μάτι, αλλά ξαναταβλιάστηκε και αναστήθηκε κανονικά το βράδυ. Όλο τέτοιες βλακείες λέγαμε όσο μείναμε στην Πάτρα και γελάγαμε σαν ηλίθιες. Τέλος πάντων.

Αργότερα την ίδια μέρα κατέφθασε και η αδερφή της Χριστιάνας εξ Αγγλίας (αυτή που αντικαθιστούσα το προηγούμενο βράδυ) μαζί με τον φίλο της και τρεις Αμερικάνους (ένα ζευγάρι και τη μαμά της κοπέλας) που θα φιλοξενούσε η μαμά των παιδιών. Η Χριστιάνα τους είπε το φανταστικό αστείο με την πρώτη Ανάσταση αλλά δεν γέλασαν, οπότε βγάλαμε το συμπέρασμα ότι είναι πολύ θρήσκοι. Αλλά μπορεί να έχανε στη μετάφραση, δεν ξέρω. Κατά τη διάρκεια της μέρας ήπιαμε περίπου 72 καφέδες (οι άλλοι, εγώ όπου καφές βάλτε τσάι, μιλκ σέικ, κρασί, ice tea, φαντάζεστε νεύρα, έτσι?). Το βράδυ σημαιοστολιστήκαμε και πήγαμε στην –υποθέτω δεύτερη, εκτός και αν έχει κι άλλες και δεν ενημερώθηκα- Ανάσταση όλο το τσούρμο, μαζί και οι Αμερικάνοι. Ο σύζυγος Αμερικάνος ήρθε με παντόφλα στην εκκλησία και πεθάναμε στο γέλιο, τον στείλαμε και πρώτο-πρώτο να πάρει το Άγιο Φως για να συφιλιαστούν οι γιαγιάδες που τον κοιτάγανε λες κι ήταν ο Βελζεβούλ. Το βράδυ φάγαμε όλοι μαζί (δεν ακούμπησα κοκορέτσι και μαγειρίτσα, μπλιαχ, σιχαίνομαι έντερα και συκώτια, και η μαμά των παιδιών με έλεγε μονάντερη παρ’ ότι έτρωγα σαν ζώο και έχω πάρει εβδομήντα κιλά) και άρχισα να πίνω. Εκεί άρχισε η καταστροφή. Το ένα κρασάκι έγινε δύο, τα δύο τρία, τα τρία χίλια δεκατρία. Και είμαι και γερό ποτήρι, τι να σας λέω. Από κει και πέρα μόνο έπινα και γελούσα. Αφού γύρισα με κάτι κοιλιακούς φέτες από το γέλιο, τύφλα να ‘χει ο Σπαλιάρας. Ωραία η ζωή στην Πάτρα. Όλη μέρα γυρνάγαμε, πίναμε καφέδες (οι άλλοι, εγώ είπαμε…), τρώγαμε, πίναμε κρασιά, βότκες, τεκίλες, ποτάμια, θάλασσες, τον άμπακο και γελάγαμε σαν καθυστερημένα.

Την προτελευταία μέρα ο Γιώργης πρότεινε να πάμε μια κοντινή εκδρομή «σε μια λίμνη μισή-μία ώρα απόσταση, δεν θα αργήσουμε», όπως το έθεσε. Τελικά η λίμνη ήταν στου διαόλου τον πατέρα, δυόμιση ώρες ανεβαίναμε σε κάτι τεράστια βουνά, είχε και κάτι στροφές άλλο πράγμα και κόντευα να βγάλω τα έντερά μου (αποτέλεσμα του αλκοόλ που πλέον έτρεχε στις φλέβες μου αντί για αίμα –κάπου εκεί άρχισε το στομάχι μου να συνδικαλίζεται και ζήτησε βαρέα και ανθυγιεινά). Στο τέλος τη βρήκαμε τη ρημαδολίμνη, πολύ ωραία ήτανε, είδαμε και κάτι βατράχια να πηδιούνται και ξεκινήσαμε προς τα πίσω, αλλά από άλλο δρόμο, και πριν κατέβουμε ανεβήκαμε ακόμα περισσότερο μέχρι που βρήκαμε χιόνια! Μα την πίστη μου σας λέω, εκεί στο διάολο που μας είχε πάει ο Γιώργης είχε χιόνια! Φυσικά αυτό μας φάνηκε εξαιρετικά αστείο και είχαμε λυσσάξει να γελάμε. Μέχρι να ξαναβγούμε στην Εθνική, το στομάχι μου είχε κατέβει σε γενική απεργία και αρνούταν οποιουδήποτε είδους διαπραγματεύσεις. Γι’ αυτό κι εγώ ήπια έναν αμπελώνα ολόκληρο το βράδυ, και του ‘δειξα ποιος είναι το αφεντικό.

Στην επιστροφή προς Αθήνα, γινότανε της τρελής από κίνηση, αν και φύγαμε Τρίτη βράδυ, υποτίθεται για να γλιτώσουμε ακριβώς αυτό, αλλά μάλλον είχαν πολλοί την ίδια ιδέα –παρεμπιπτόντως η κρίση κρίση, αλλά δεν παλουκώνεται κανείς σπιτάκι του, έτσι?

Επειδή ήταν βράδυ, επειδή είχαμε χανγκόβερ εδώ και τέσσερεις μέρες και επειδή το έκαναν και όλοι οι άλλοι, αυτή τη φορά πληρώσαμε διόδια -3,10 παρακαλώ, για ένα καρόδρομο μια λωρίδα που ούτε στο τελευταίο κωλοχώρι της Ευρώπης δεν βρίσκεις- για να μας στείλουν μετά από εκατό μέτρα στην παλιά Εθνική. Γεγονός που φυσικά μας
έκανε έξαλλες –ας μην ξεχνάμε, είμασταν πλέον δύο Αντιστασιακές, όχι τίποτα τυχαίες. Ήταν δύο αστυνομικοί εκεί, ο ένας έστελνε τον κόσμο προς την παράκαμψη και ο άλλος, ο προϊστάμενος, έξυνε τα παπάρια του. Κατεβάζει, λοιπόν, η Χριστιάνα το παράθυρο και λέει σ’αυτόν που μας ξαπόστελνε «Θα μας δώσετε εσείς πίσω τα 3,10 που πληρώσαμε?» και της απαντάει αυτός «Μην τα λέτε σε μένα κυρία μου, δεν φταίω εγώ». Πετάγεται τότε ο άλλος ο παπαροξύστης και γκαρίζει «ΕΛΑ ΡΕ ΠΡΟΧΩΡΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕ ΝΑ ΠΟΥΜΕ» με ένα ύφος λες και φώναζε στα πρόβατά του για να βγουν απ’ το μαντρί. Οπότε μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι και βγάζω το κεφάλι μου από το παράθυρο και ουρλιάζω «ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΜΙΛΑΣ ΕΤΣΙ ΡΕ ΑΝΤΕ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ» και φύγαμε βολίδα. Μετά είχαμε πεθάνει στο γέλιο γιατί λέγαμε ότι θα μας σταματήσουνε σε μπλόκο, θα έρθουν ελικόπτερα με προβολείς, ΜΑΤ, ΟΥΚ, μαυροσκούφηδες, κοκκινοσκούφηδες, πρασινομάτηδες, αετονύχηδες και τα σχετικά και θα φωνάζουν από μεγάφωνα «ΕΙΣΤΕ ΠΕΡΙΚΥΚΛΩΜΕΝΕΣ, ΒΓΕΙΤΕ ΕΞΩ ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΨΗΛΑ» και τέτοια.

Τελικά έφτασα σπίτι μου μετά από οχτακόσιες δώδεκα ώρες. Η Αθήνα μου φαίνεται εξαιρετικά ξενέρωτη. Σήμερα καθάρισα το σπίτι, έκανα μια ώρα γιόγκα, πήγα σούπερ μάρκετ και έφτιαξα ρυζόγαλο. Νομίζω πως κάπου μες στο σπίτι παραφυλάει η κατάθλιψη που έδιωξα στην Πάτρα και όπου να ‘ναι φοβάμαι πως θα μου πεταχτεί από καμιά γωνιά και θα μου πει «Σε τσάκωσα»!

10 comments:

Salute said...

το Άγιο Φώς πάντως έκανε τη δουλειά του και σου έφερε την έμπνευση..
Και κοίτα, τώρα που άνοιξες το ματάκι (στη πρώτη Ανάσταση) μη το ξανακλείσεις και περιμένεις να έρθει δεύτερη!
Υ.Γ: Έρχεται και του Αγίου του πνεύματος και έχουμε και ωραίες παραλλλλλλίες!!
:)

Astero said...

Ένα έχω να σου πω.
Μύτη! Μια κόκκινννη μύτη!

:))))))

koulpa said...

xaxaxa αααα έχεις φίλη που κατοικει στο χωριό μου το παγκρτι.. που'ν'οι δρομοι του γεμάτοι.. ; :) :)
χαχαχα πήγες στη πατρα κι έφερες το καρναβάλι εν μέσω κατάνιξης;.. μια χαρά στον τόποτου το καρναβάλι.. :) :)
χαχαχαχα συνδικαλίζων στομάχι;.. αντε και στα δικά μας.. :) :)
αχαχα σε θέλμα και λουίζ κατέληξε το θέμα.. :):)
αχαχαχαχα (σεσημασμενος χαχανουλης) η κόκκινη μύτη.. του μεθίστακα ή του κλόουν;.. είναι και η πάτρα που μπερδεύει.. :) :)
καλησπερούδια ανεστημένη αστέρωμ.. :) :)

Astero said...

Καλησπέρα Κούλπαμ' :)))
Έτσι είναι, άμα το 'χεις το καρναβάλι μέσα σου σου βγαίνει σε κάθε περίσταση!!
Όσο για την "κόκκινη μύτη"... Αγόρασε μια φίλη μου ένα κουκλάκι από την Πάτρα για τη μπέμπα της, που όταν του πατάς τη μύτη λέει "Μύτη! Μια κόκκινιη μύτη"! Με Πατρινή προφορά! Πεθάναμε όπως καταλαβαίνεις..!

Pasta Flora said...

συμφωνω με τον Salute....Oσο για μενα..τερμα τα συκωτακια....Θα μαγειρευουμε λαχανικα και θα πινουμε ποτακια.....Ηταν πολυ μεγαλη χαρα μου που σε ειχαμε μαζι μας....Ειχε πλακα το ολο πακετο.....Γραφεις πολυ ωραιο...αλλα και εγω....!!!!! Αν σε ξαναπιασω οτιδηποτε...παρε το ΚΤΕΛ και ελα......Θα σου δωσω το κλειδι και κανε οτι θελεις..... δωματια υπαρχουν αδειανα και πολυ αγαπη....

Astero said...

Πάστα Φλώρα είσαι η πιο γλυκιά μαμά φίλης που υπάρχει! Ευχαριστώ πολύ-πολύ για όλα, πέρασα φανταστικά. Ελπίζω να τα ξαναπούμε σύντομα!

Pasta Flora said...

Pasta Flora said.....
γιατι δεν γραφεις συνεχεια? εχεις ταλεντο....και θα υπαρχουν πολλοι που θα θελουν να σε διαβαζουν....Δεν θυμασαι στο Sex and the City που η Karen μετα απο τα ραντεβου με το Βig....εγυριζε και εγραφε τις εντυπωσεις της και τα ερεθισματα της μερας....Ειχε γινει διασημη.....Λεω να αποκτησω και εγω το δικο μου blog...και να δινω συμβουλες προς....ναυτιλομενους...!!!!!!!!!!!!!Δεν χρειαζεσαι τη Χριστιανα για να κατεβεις Πατρα.....και μην πληρωσεις διοδια σε παρακαλω......!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Astero said...

Γλυκιά μου Πάστα Φλώρα τα δικά μου τα ραντεβού μάλλον πάνε προς το κωμικοτραγικό,καμία σχέση με τη γκλαμουριά του Sex & the City, οπότε δε νομίζω ότι θα είχα την ίδια επιτυχία.

Πάντως αν αποφασίσεις να γράφεις συμβουλές, εγώ θα είμαι η πρώτη fan!!! (και πολλές από τις φίλες της κόρης σου, σίγουρα!)

koulpa said...

asterrrooooo αντιλαλούνε τα βουνά.. :) :)
τι κανεις καλέ.. γράψε κανένα κωμικοτραγικό.. :) :)
η παλιά μας φίλη a-lexia ήλθε για να φύγει.. ακολουθεί το παράδειγμά σου; :) :)
καληνύχταααα :) :)

tremens said...

Αχ, ρυζόγαλο... πως το χω αποθυμήσει!