Monday, June 24, 2013

Άλλος για τη βάρκα μας


 
Επειδής η φτώχια θέλει καλοπέρασης και επειδής ως γνωστόν σε περιόδους ανεργίας μπαίνει η Πάρις Χίλτον μέσα μου και νομίζω ότι είμαι όχι άνεργη και συντόμως άφραγγη, αλλά πλούσια κληρονόμος που καλοπερνάει με τα λεφτά του μπαμπά, αντί να καθήσω στα αυγά μου μέχρι να βρω δουλειά, διότι τους άπορους δεν τους βλέπουν με καλό μάτι στα Αμπού Ντάμπια, αποφάσισα ινστέντ να το ρίξω στη ντόλτσε βίδα -γιατί προφανώς κάποια βίδα μου έχει λασκάρει για να μη συνειδητοποιώ την κατάστασή μου.

Ως πλουσία κληρονόμος, λοιπόν, έπρεπε να βρω κατιτίς να περνάω τον ελεύθερό μου χρόνο, ένα χόμπι βρε αδερφέ. Και τι είδους χόμπι ταιριάζει σε εμάς τους πλουσίους? Ιππασία, γκολφ, ιστιοπλοΐα. Στην ιππασία μας έχει φάει λάχανο η Αθηνούλα (η Ωνάσαινα ντε), για γκολφ είμαι ακόμα τζόβενο (σσ κάτω από πενήντα), οπότε τι μας μένει? Ναι, καλά το μαντέψατε: η ιστιοπλοΐα.



Εδώ θέλω να ανοίξω μια μικρή παρένθεση και να σας δώσω λίγο βιογραφικό μπακγκράουντ: η μικρή Αστέρω μεγάλωσε μουλιασμένη στη θάλασσα, καθότι από πατέρα νησιώτη πρώην ναυτικό νυν ιστιοπλόο, που δεν έχει απομακρυνθεί από τη θάλασσα πάνω από 2 χιλιόμετρα ποτέ στη ζωή του. Και με μάνα βουνίσια αγρότισσα που φοβάται τα άπατα, αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο, και το πώς γνωρίστηκαν και ταιριάξανε αυτοί οι δύο εξακολουθεί να αποτελεί μυστήριο άλυτο. Τέλος πάντων η Αστέρω πήρε από τους νησιώτες τους Ζακυνθινούς α) μια ζαβομάρα επτανήσια και β) την αγάπη για τη θάλασσα. Εξ’ ου και νοιώθει ακόμη και τώρα πιο άνετα καταμεσής στο πέλαγο παρά στο κέντρο της Αθήνας. Και αφού τονίσω πόσο με ενθουσιάζει το γεγονός ότι επιτέλους μιλάω για τον εαυτό μου σε τρίτο πρόσωπο όπως κάνουν όλοι οι σταρ στην τηλεόραση (πχ «η Άννα είναι αντράκι», «ο Γιάννης δε μασάει τα λόγια του», «ο Γιώργος είναι ο πιο σκληρός κριτής του εαυτού του»), λες και έχουν πάθει ομαδική σχιζοφρένεια, θα κλείσω τη μικρή αυτοβιογραφική παρένθεση και θα μπω στο ψητό.

Εκεί λοιπόν που βρισκόμανε τ’ ανάσκελα στον καναπέ και έψαχνα αν υπάρχουν ρωγμές στα ταβάνια, είχα μια φαεινή ιδέα: αντίς να καταθλίβομαι και να άγχομαι για την επαγγελματική μου αποκατάσταση, θα γινόμανε ιστιοπλόισσα –επίσης αποφάσισα να φωνάζω τον πατέρα μου ντάντι, για να ολοκληρώσω το κληρονόμος στάιλ, αλλά την πρώτη φορά που το δοκίμασα στο τηλέφωνο ο ντάντι απάντησε «χαχαχαχαχα ποιος είμαι, ο Κωνσταντάρας, αμέρικαν μπαρ, τουνόουασμπέτα» και ό,τι άλλη ατάκα του ερχόταν από ελληνικό κινηματογράφο και μου έκοψε τη φόρα, μου φαίνεται πρέπει να αλλάξω ντάντι γιατί αυτός είναι άσχετος από λαϊφστάιλ.

Τέλος πάντων τα πράγματα ήταν απλά, διότι δίπλα από το σπίτι που μένω υπάρχει μία ωραιοτάτη μαρίνα, και στη μαρίνα αυτή υπάρχει μία εξίσου ωραιοτάτη σχολή ιστιοπλοΐας που παραδίδει μαθήματα με λέιζερ. Δια τους αδαείς, όταν λέμε λέιζερ δεν εννοούμε αυτό που κάνεις αποτρίχωση, ούτε αυτό το κόκκινο φωτάκι που το δείχνεις στο πάτωμα και τρέχει ο σκύλος σου γύρω γύρω σαν αφιονισμένος. Όταν λέμε λέιζερ εμείς οι ιστιοπλόοι (αχέμ) εννοούμε κάτι μικρά σκαφάκια με ένα πανί, που πιο πολύ με σκάφη μοιάζουν παρά με σκάφος και που άμα ας πούμε πας να ξύσεις τον πισινό σου και γύρεις λίγο, σου ‘ρχεται στο κεφάλι το λέιζερ, το πανί και όλα τα συμπαρομαρτούντα και βρίσκεσαι μέσα στη θάλασσα να χαροπαλεύεις να βγεις κάτω από το σύμπλεγμα σκοινιών-πανιών-αναποδογυρισμένου σκάφους. Αλλά αυτά δεν τα είχε υπολογίσει η κληρονόμος όταν είχε τη φαεινή ιδέα, οπότε έχοντας άγνοια κινδύνου, μπήκε στο ιντερνέτ, βρήκε το τηλέφωνο της εν λόγω σχολής και έκλεισε ραντεβού για δύο μαθήματα ιστιοπλοΐας –μετά η σχολή κλείνει για καλοκαίρι. Συνοδεία θα πήγαινε και ένας φίλος Ιταλός, τάχα μου για παρέα, στην πραγματικότητα γιατί άμα ήταν να πνιγεί ήθελε να έχει μάρτυρες.

Να σημειωθεί εδώ πως, παρ’ ότι από ντάντι ιστιοπλόο, το μόνο που ξέρει να κάνει η Αστέρω στα ιστιοπλοϊκά, είναι ηλιοθεραπεία στο κατάστρωμα. Ααααα, σ’ αυτό διαπρέπω, δίνω και μαθήματα άμα λάχει.

Μ’ αυτά και μ΄αυτά έφτασε η μέρα του μαθήματος. Μια δυο ώρες πριν το μάθημα, άρχισαν να με ζώνουνε τα φίδια. Βρε, μήπως δεν ήταν και τόσο καλή ιδέα? Μήπως έτσι ατσούμπαλη που είμαι πάω και σκυλοπνιγώ? Εδώ μια σαλάτα πάω να κόψω και χρειάζομαι δυο μπουκάλια μπεταντίν και τρεις επίδεσμους, πλευρό θέλω να αλλάξω στο κρεβάτι και παθαίνω θλάσεις και ελαφρά κατάγματα, μήπως δεν είναι για μένα αυτά τα σπορ? Όμως ήταν πλέον αργά, οπότε τι να έκανα, έβαλα τα μαγιά μου, πασαλείφτηκα αντηλιακά, φόρεσα σαγιονάρα Χαβαϊάνα μαϊμού γιατί η ορίτζιναλ μου φαίνεται πολύ ακριβή, άσε μας παιδάκι μου που θα δώσω τριάντα ευρώ για σαγιονάρα λαστιχένια, πήρα τον Ιταλό αλαμπρατσέτα και μια και δυο ξεκινήσαμε για τη μαρίνα του Αλ Μπαντάρ, έτσι για να σας βάλω στο κλίμα.

Εκεί μας περίμενε ο εκπαιδευτής Τζέικ –μισός Σκωτσέζος, μισός Τζαμαϊκανός, αλλά μεγάλωσε στη Σκωτία, στη Τζαμάικα δεν έχει πάει ποτέ, ρώτησα και σας ενημερώνω- και δυο λέιζερ που περίμεναν απειλητικά να μπουν στο νερό. Εμένα στο σημείο αυτό έτρεμε πλέον το φυλλοκάρδι μου, αλλά το έπαιζα κουλ, μη χαλάσουμε και το κληρονόμος στάιλ. Εδώ που φτάσαμε δε γίνεται να κάνεις πίσω, γίνεται? Άλλωστε η Αστέρω είναι αντράκι, δε μασάει τα λόγια της και είναι ο πιο σκληρός κριτής του εαυτού της. Τι να έκανα η έρμη, άκουγα τις οδηγίες του Τζέικ με σμιχτά φρύδια τάχα μου ότι συγκεντρώνομαι για να θυμάμαι, ενώ από το μυαλό μου πέρναγαν σκηνές από διάφορα υποθετικά σενάρια με πρωταγωνιστές εμένα και το λέιζερ, τα οποία κατέληγαν όλα σε πνιγμό. Αφού τελείωσε με τις οδηγίες (από τις οποίες δεν είχα ακούσει απολύτως τίποτα) ο δάσκαλος, μας έδωσε σωσίβια και κράνη, τα οποία ήταν καταστροφικά για το στάιλ, και πλέον αντί για κληρονόμος έμοιαζα σαν τουρίστας από ομαδική εκδρομή που κάνει θαλάσσιο ποδήλατο στη Ρόδο, αλλά άμα ήταν να γλιτώσω τον πνιγμό, χαλάλι.

Στη θάλασσα υπήρχαν δύο πορτοκαλί σημαδούρες. «Θα πηγαίνετε στην πιο μακρινή σημαδούρα, θα κάνετε τακ (εξηγώ συντόμως) και θα έρχεστε στην κοντινή σημαδούρα, θα ξανακάνετε τακ και μετά πάλι το ίδιο», εξηγεί ο Τζέικ. «Ποιος θέλει να πάει πρώτος?», μας ρωτάει.
«Θέλεις να πας εσύ?», ρωτάει από ευγένεια ο Ιταλός, ο οποίος παρεμπιπτόντως, αν έμοιαζα εγώ με παρακμιακό τουρίστα, αυτός ήταν σαν λόου μπάτζετ διαφήμιση του ΕΟΤ, τύπου καμ του γκρις για να τη βρεις.
«Μπα, όχι μωρέ, πήγαινε εσύ», συνεχίζω να το παίζω κουλ εγώ.

Σημείωσις: Τακ λέμε εμείς οι ιστιοπλόοι όταν θες να αλλάξεις κατεύθυνση 180 μοίρες, οπότε πρέπει ταυτόχρονα να σπρώξεις το τιμόνι, να αμολήσεις το σκοινί με το οποίο κρατάς το πανί, να σκύψεις μη φας τη μπούμα (το οριζόντιο δοκάρι που κρατάει το πανί) στο κεφάλι κι είναι και βαριά πανάθεμάτηνε, να πηδήξεις από τη μια μεριά του σκάφους στην άλλη, να ισώσεις το τιμόνι, να πεις τρία πάτερ ημών, και αν τα καταφέρεις όλα αυτά χωρίς να βρεθείς με τα πόδια πάνω, το κεφάλι κάτω και το κατάρτι στο δόξα πατρί, να συνεχίσεις τη πορεία σου προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το ‘χουμε?

Σαλτάρει λοιπόν ο Ιταλός, ο οποίος ήταν εξίσου άσχετος από ιστιοπλοΐα με μένα, στο λέιζερ και αμολιέται στη θάλασσα με μια άνεση, λες και μόλις επέστρεψε από το ράλι Αιγαίου. Φτάνει στη μακρινή σημαδούρα, κάνει τακ στο φτερό, γυρνάει το σκάφος, τεντώνει το πανί και σκίζει τα κύματα, έρχεται στην κοντινή σημαδούρα, ξανακάνει τακ και φεύγει πάλι σφεντόνα. Μαλάκας εγώ. «Τι στο διάολο, αφού το κάνει με τόση ευκολία δεν μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολο», σκέφτομαι.

«Μάι γκοντ, δεν το έχω ξαναδεί αυτό», σχολιάζει ο Τζέικ και μου γκρεμίζει το όνειρα. Τώρα δεν έχω να ανησυχώ μόνο για τον πνιγμό, αλλά και για το ρεζιλίκι, που είναι σχεδόν βέβαιο, ιδίως μετά τις επιδόσεις του Ιταλού Κακλαμανάκη. «Πάμε?», με ρωτάει. Τι να κάνω, «πάμε», του απαντάω, σπρώχνω το λέιζερ στο νερό, μπαίνω μέσα με βαριά καρδιά και ξαμολιέμαι στα πέλαγα, χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα τι πρέπει να κάνω.

«Τώρααααα?», φωνάζω στο δάσκαλο, ο οποίος έχει μπει σε ένα φουσκωτό και μας ακολουθεί.
«Κράτα το τιμόνι σταθερό με το δεξί χέρι και το σκοινί με το αριστερό», μου φωνάζει, αλλά εγώ από τον πανικό κουνιέμαι σαν παρτσακλό και το λέιζερ πάει λεςκαι έχει κατεβάσει μισό μπουκάλι τεκίλα.
«Ίσιωσε το τιμόνι!», ξαναφωνάζει ο Τζέικ, αλλά δεν ξέρει με τι βλήμα έχει μπλέξει. Το χαβά μου εγώ, οχτάρια. Τέλος πάντων κακήν κακώς φτάνω τη μακρινή σημαδούρα χωρίς να έχω πνιγεί ακόμα –καλό σημάδι. Και φτάνει η ώρα του τακ. Καταλαβαίνετε. Σκοινί τυλιγμένο στο αριστερό πόδι, χέρι σφηνωμένο στο κατάρτι, τιμόνι κόβει βόλτες και τρώει κλοτσιές από το δεξί πόδι, πανί στο έλεος του Αιόλου. Αστέρω τρομοκρατημένη, λέιζερ κάνει φούρλες σαν να έχει δαιμονιστεί. Αστέρω αποφασίζει ότι τελικά πιστεύει στο θεό, σε πολλούς θεούς, και προσεύχεται σε όλους ταυτόχρονα. Θεός όντως υπάρχει γιατί ως εκ θαύματος Αστέρω δεν πνίγεται.
«Πολύ καλά, αλλά την επόμενη φορά προσπάθησε να το κάνεις λίγο πιο σμούθλι», προσπαθεί να με καλοπιάσει ο Τζέικ, ενώ προφανώς προσπαθεί να καταλάβει αν πάσχω από κάποια διανοητική καθυστέρηση ή είμαι απλά ούφο.

Με τα πολλά καταφέρνω να ισιώσω το ρημάδι το σκάφος και πλέω προς την άλλη σημαδούρα, η οποία βρίσκεται πολύ κοντά στη μαρίνα και φοβάμαι ότι δεν θα καταφέρω να στρίψω εγκαίρως και θα καρφωθώ μαζί με το λέιζερ στην καφετέρια που βρίσκεται ακριβώς μπροστά. Οπότε προκειμένου να γλιτώσω το δημόσιο εξευτελισμό και να πρέπει να πληρώνω και τις υλικές ζημιές που θα προκαλέσω στην καφετέρια, αποφασίζω να κάνω τακ πριν τη σημαδούρα. Φυσικά το «αποφασίζω να κάνω τακ» από το «κάνω όντως τακ» απέχει παρασάγγας, οπότε καταλήγω να κάνω τακ πάνω στη σημαδούρα, της οποίας το σκοινί σκαλώνει σε ένα μεταλλικό πράμα που βρίσκεται κάτω από το σκάφος τάχα μου για να κρατάει ισορροπία, και αρχίζω να σέρνω τη σημαδούρα. Ο Τζέικ μου κάνει νοήματα από  το φουσκωτό ότι σέρνω τη σημαδούρα κι εγώ προσπαθώ να του πω ότι το ξέρω, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι. Στο μεταξύ ο Ιταλός συνεχίζει την Ολυμπιακή ρεγκάτα.

Τέλος πάντων ο δάσκαλος έρχεται με το φουσκωτό, με βοηθάει να ξεμπλέξω το σκοινί από το σκάφος και φεύγει για να βάλει τη σημαδούρα του στη θέση της. Μετά από μία ώρα μαρτυρίου, που μου φάνηκε σαν πέντε, κατά τη διάρκεια της οποίας πάλευα με το σκάφος, έβριζα τους θεούς την ύπαρξη των οποίων μόλις είχα ανακαλύψει, προσευχόμουν στους ίδιους και αναρωτιόμουν γιατί δεν κάθομαι στα αυγά μου σαν φυσιολογικός άνθρωπος και το ‘χω βάλει αμέτι μοχαμέτι να πεθάνω νέα, ο Τζέικ με ξαναπλησιάζει να με ρωτήσει αν θέλω νερό. Φυσικά και θέλω, είμαστε στο Άμπου Ντάμπι τρεις η ώρα το μεσημέρι, κοντεύω να λιώσω από τη δίψα, αλλά με τι διάολο χέρι να το πιάσω, φοβάμαι να αφήσω τα χέρια μου ελεύθερα, εδώ παλεύω για τη ζωή μου.
«Νόου ιτς οκέι», το παίζω όσο κουλ μπορώ, με το πορτοκαλί κράνος, το τεράστιο σωσίβιο και ενώ κάνω οχτάρια με το λέιζερ. Τελικά δεν θα πάω από πνιγμό, από λειψυδρία θα πάω. Ωστόσο μετά από λίγο, φτάνω στην κοντινή σημαδούρα και σταματάει εντελώς να φυσάει οπότε το σκάφος μένει ακίνητο. «Τζέεεεεικ», φωνάζω του δασκάλου, «καν άι χαβ σαμ γουότερ νάου?».
«Φυσικά, περίμενε», απαντάει και βγαίνει στη μαρίνα όπου έχει ένα φορητό ψυγειάκι, να πάρει ένα καινούριο μπουκάλι γιατί το άλλο το έδωσε στον Ιταλό, ο οποίος μόνο μανικιούρ πεντικιούρ που δεν κάνει από την άνεση. 

Έλα όμως που η φύση δεν περιμένει κι εκείνη τη στιγμή αρχίζει να φυσάει ένα ελαφρύ αεράκι το οποίο μου γυρνάει το πανί. Πανικοβάλλομαι εγώ, κι αντί να κουνήσω τον κώλο μου να πάω από την άλλη πλευρά του σκάφους κάθομαι εκεί που είμαι, με αποτέλεσμα να τουμπάρει το σκάφος και να βρεθώ υποβρύχια με το πανί καπέλο και το σωσίβιο στον αυχένα, γιατί είναι και δυο νούμερα μεγαλύτερο και αντί να με βοηθήσει να επιπλεύσω αυτή τη στιγμή με πνίγει.

Ευτυχώς, λόγω της άνεσης που λέγαμε με τη θάλασσα, όσο παλεύω να βγω από κάτω από το πανί δεν πανικοβάλλομαι, απλά ανασηκώνω κάθε λίγο το πανί για να παίρνω αέρα, μέχρι να βγάλω το σωσίβιο που με εμποδίζει και να βρω πού είναι η άκρη του πανιού ώστε να βγω στην επιφάνεια. Όταν τελικά τα καταφέρνω, ο Τζέικ έχει φτάσει από πάνω μου και είναι τρομαγμένος, σου λέει θα μου πνιγεί αυτό το ούφο και θα τρέχω.

«Συγνώμη», του λέω καταντροπιασμένη.
«Ιτς οκέι», μου λέει αυτός, γιατί τι να πει, πήγαινε χρυσή μου να πλέξεις κανένα σκούφο που μου θες και ιστιοπλοΐες?
Καθ’ ότι κόρη ναύτη και τα σχετικά, η πτώση δεν μου προκαλεί φόβο, αλλά έχω ξεφτιλιστεί τόσο που θέλω να βάλω τα κλάματα και να πάω σπίτι μου. Αλλά επειδής έχουμε και μια περηφάνια βρε αδερφέ, αρνούμαι να τα παρατήσω, οπότε συνεχίζω να κάνω βόλτες πάνω κάτω σα μεθυσμένος λοστρόμος, μέχρι που –ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!- ο Τζέικ μας κάνει νόημα ότι τελείωσε η ώρα μας, οπότε τελειώνει επιτέλους το μαρτύριο και βγαίνουμε στη στεριά. Εγώ εξευτελισμένη και απογοητευμένη, ο Ιταλός κατενθουσιασμένος με το σπορ –που να του έρθει το λέιζερ στο κεφάλι.

Κάπως έτσι τελειώνει το πρώτο μου μάθημα ιστιοπλοΐας. Τώρα εσείς θα νομίζετε ότι δεν πήγα ποτέ για το δεύτερο, σωστά? Αμ δε! Μασάνε τα παληκάρια ωρέ? Όχι απλώς πήγα (με κατεβασμένα μούτρα και την ουρά στα σκέλια, αλλά στιλ), αλλά και διέπρεψα! Μη με ρωτήσετε πώς και τι, δεν ξέρω τι έγινε, μπήκα στο σκάφος και τα έκανα όλα τέλεια, με μια άνεση λες και το έκανα κάθε μέρα, έφαγε τη σκόνη μου ο Ιταλός. Αφού ρώταγα τον Τζέικ πώς μπορώ να πάω πιο γρήγορα. Πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, τακ, όρτσα, πρίμα, λάσκα (άντε καλά, τώρα λέω απλώς λέξεις), όλα τα έκανα. Φοβερή ιστιοπλόισσα σας λέω.
Πήρα και τον ντάντι να παινευτώ.

Είμαι σίγουρη ότι την επόμενη φορά, τώρα που έχω πάρει τα πάνω μου, θα φάω τη μπούμα στο κεφάλι.









25 comments:

ria said...

κακοπερνάς μικρή άνεργη στο αμπου ντάμπι!!!

δεν πνίγηκες.
δεν κάηκες.
δεν έφαγες το πως το λένε στο κεφάλι.
τι κλαίγεσαι;
μια χαρά τα κατάφερες!

δε μας είπες, ωραίος ο τζέικ;

Gatos SeOistro said...

Εμ πεσμου πως εισαι επτανησια σαν και του λογου μου εξου και η τρελα!
Με εκανες και γελασα οσο φανταζομουν το λειζερ να κανει 8αρια(αυτα δεν ειναι σκαφη ειναι κουβαδες)!!!

Nasia said...

για μένα δεν υπάρχει πιο βαρετό σπορ από αυτό! αλλά ως σπορ των πλουσίων μπορεί να πετύχεις γαμπρό με ''προσόντα'' εκεί!
και στους Ολυμπιακούς σου εύχομαι!

Astero said...

@Ria
Και τον δημόσιο εξευτελισμό λίγο τον έχεις? Γελούσανε και οι γλάροι με το χάλι μου!

Αν ήταν ωραίος ο Τζέικ δεν πρόσεξα, ήμουν απασχολημένη με τον επικείμενο πνιγμό ;Ρ

@Gatos SeOistro
Ζακυνθινιά Γάτε, δε φαίνεται ότι υπάρχει μια βίδα λασκαρισμένη κάπου?!

@Nasia
Ο γαμπρός με προσόντα συνήθως θέλει νύφη Ρωσίδα δίμετρη με νύχι γαλλικό και κόμμη των πεντακοσίων ευρώ, όχι το τρίο στούτζες σε ένα :)))

Ευχαριστώ για τις ευχές, το 'χω το χρυσό στο μανίκι, δε χωρεί αμφιβολία περί τούτου!

Delirium Tremens said...

Α, δεν τη θέλω την ιστιοπλοϊα, δε μου λες, για πατινάζ επί πάγου ψήνεσαι; Θα κάνουμε τα διπλά μας τα τόλουμ και τα τρπλά μας τα άλλα που δεν θυμάμαι πως τα λένε, κι εκείνο το γύρω γύρω που χαράζει την μπανιέρα (αν θυμάσαι την αρχαία διαφήμιση του Ζιφ) και θα περάσουμε ζάχαρη! Έχει παγοδρόμιο εκεί να να;

Astero said...
This comment has been removed by the author.
Astero said...

Χαχαχαχα εννοείται έχει παγοδρόμιο Τρεμενσάκο, και πίστα σκι έχει -μόνο διαστημικό σταθμό που δεν έχουν φτιάξει ακόμα για να μας τρίψουν στη μούρη τα πετρελαιολεφτά τους. Μέσα για το καλλιτεχνικό πατινάζ, με τη χάρη που με διακρίνει πιστεύω θα διαπρέψουμε, μέχρι και Ολυμπιακούς μας βλέπω (ή μάλλον στην περίπτωσή μας παραολυμπιακούς...)

Tzina Varotsi said...

Mίλα βρε κοπελιά... θα σου έκαναν ιδιαίτερα τ' αστροπελέκια μου που διαπρέπουν από μικρά στην ιστιοπλοϊα και δεν θα γινόταν ρεζίλι στους ξένους η Αστέρω...
Κι εγώ μη νομίζεις ακούω τόσα χρόνια το τακ και την μάτσα και τούτο και κείνο αλλά ή όλη προσφορά μου αρχίζει και σταματά στο να τους πάω και να τους φέρω απ'την προπόνηση.... :-p

Astero said...

@Tzina Varotsi
Ωραία φαντάσου να κάνω ιστιοπλοΐα με τους σπόρους και να τα κάνουν όλα τέλεια και γω να 'μαι τέτοιος καραγκιόζης! Όπως όταν μάθαινα σκι και κατέβαινα την πλαγιά σχεδόν με την όπισθεν και περνούσαν δίπλα μου κάτι πιτσιρίκια σφεντόνα, λες και γεννήθηκαν με τα πέδιλα στα πόδια τα σκασμένα! Εγώ φταίω όμως, που θέλω και σπορ στα γεράματα :))))

VAD said...

Καλα κάνω εγω και βρεχομαι μόνο μέχρι το κότσι:)
Στεριααααά!!!:)))

Afrikanos said...

Οκ, άργησες άργησες αλλά κόντεψα να με διώξουν από τ' αεροδρόμιο της Αλεξανδρούπολης, όπως γέλαγα κάνοντας εικόνα την περιγραφή!!!

χαχαχαχα

Άντε, και με τον "Κακλαμανάκη" γαμπρό!

Astero said...

@VAD
Άσε,μου φαίνεται με τη ζαβομάρα τη δική μου και μέχρι το κότσι πολύ είναι, πάλι κινδυνεύω από πνιγμό! ;)))

@Afrikanos
Θενκ γιου ντίαρ για τας ευχάς, για πού το βάλαμε? Διακοπούλες?

Άιναφετς said...

Είμαστε ΟΚ!
Μετά από ανησυχητική απουσία, μας γράφεις πως κάνεις μαθήματα με σκαφάκια... άρα όλα καλά να υποθέσω... και ας μη μας γράφεις για τα υπόλοιπα... χμ! ύποπτο;
Αυτό που έχει όμως σημασία είναι, πως ότι και να σου συμβεί δεν το βάζεις κάτω...
Εύγε Αστέρι του Αμπουνταμπιού!
ΑΦιλάκι από το Greece της παραφροσύνης!

Astero said...

Μαγισσούλα δεν σου ξεφεύγει τίποτα! Κάθε πράγμα στον καιρό του, όμως...
Προς το παρόν, ετοιμάζομαι για διακοπές αλά ελληνικά!
Για τα υπόλοιπα βλέπουμε...

Μουτς!

Afrikanos said...

Ε όχι και διακοπούλες στην Αλεξανδρούπολη! :)

Για δουλειά πήγα...Ράμπο...χτύπησα κι έφυγα :)

Astero said...

Έλα μου ντε, φαντάσου, μετά το Άμπου Ντάμπι ακόμη και η Αλεξανδρούπολη εξωτικός προορισμός μου φαίνεται!

me (maria) said...

Πολύ σε χάρηκα αν και με καθυστέρηση πάλι..
Χαίρομαι που τα περνάς καλά κι εύχομαι να τα περάσεις καλύτερα στο μέλλον...μπες εσύ στο μουντ και θα έρθει και η κληρονομιά...τόσοι πλούσιοι εκεί δε θα σε θυμηθεί κανένας στη διαθήκη του?..χαχα!!
Θα ήθελα να σε απολαύσω και στον πάγο με τον Τρεμένς...για κανονίστε!!
Φιλιά πολλά!!

Heliotypon said...

Με εντυπωσίασες πατριωτάκι της διασποράς. Πέραν από το γράψιμο (καλά, πώς δεν βρήκες εσύ το δρόμο σου στην χιουμοριστική δημοσιογραφία; "Ενας θηλυκός Ψαθάς θα γινόσουν, για να μην πω Τσιφόρος και με πεις υπερβολικό) κατάφερες και κάτι που εγώ (ο υψηλοτάτου IQ) δεν κατάφερα! Ποτέ δεν μπορεσα να συνδυάσω όλες τις παραμέτρους (τιμόνι, γωνία πανιού και άνεμος) σωστά για να κινηθεί το πλεούμενο, γι' αυτό και κατέφυγα στο φουσκωτό που σε πάει εκεί που θέλεις χωρίς ερωτήσεις κι αντιρρήσεις...

Astero said...

@me(Maria)
Κι εγώ αυτό ελπίζω Μαράκι, να με θυμηθεί κανένας πλούσιος στη διαθήκη του, γιατί αν περιμένω να γίνω πλούσια από τη δουλειά μου, την έκατσα τη βάρκα (μια που λέγαμε για πνιγμούς). Βέβαια το μέρος είναι τίγκα στη δίμετρη Ρωσίδα οπότε δύσκολα να με εντοπίσει το 1.65 ο πλούσιος, αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία ;Ρ

@Heliotypon
Καλά, δεν θα σε πω υπερβολικό, θα θεωρήσω απλά ότι σε πιάσανε οι ζέστες και χρειάζεσαι διακοπές ;Ρ

Όσο για τις επιδόσεις μου στη θάλασσα, σε φουσκωτό καλά είναι να το γυρίσω, σε φορείο μόνο μην καταλήξω κι έχουμε άλλα!

koulpa said...

xaxaxaxaxaxa φιλαράκι μου είσαι εξαιρετικα απολαυστικο.. :) :)
και πάνω που ανησυχούσα τι κάνεις πως είσαι.. είπαμε όπως ανησυχή η ελληνίδα μάνα κάνω κι εγώ με τους φίλους μου.. ήλθες και με έφτιαξες.. :) :)
έχω κι εγώ ναυτικές ιστορίες αλλά αν τις ξαναέγραφες εσύ ίσως τις έβλεπα με καλήτερο μάτι.. :) :)
καληνύχτα κι καλό μήναααα :) :)

Astero said...

Χαχαχαχαχα Κουλπάκο δεν το είχα διαβάσει αυτό το κείμενο, μου φαίνεται έχεις ένα θεματάκι με τον ύπνο ;)))

Εγώ μια χαρά είμαι, εσύ να μου πεις τα νέα σου, περίμενα να σε ακούσω, κι εγώ σαν Ελληνίδα μάνα, μη νομίζεις...

Meli Kanella said...

αχαααχχαχ από τωρα έχω ήδη δεί την ζωή της κόρης μου! Διότι εγώ όσο μπορώ αποφεύγω θάλασσα και ας μου αρέσει και ο γάτος μου δεινός κολυμβητής νησιώτης! Σαν τους γονείς σου ένα πράγμα! αχαχαχαχαχα

Μην το βάζεις κάτω! Άσε που η Πάρις το πιο τολμηρό που κάνει είναι να ανοίξει μόνη της την πόρτα του σπιτιού της! :P

Σε φιλώ γλυκά!

Astero said...

@Meli Kanela

Α κατάλαβα, θα καλοπεράσει η μικρή αν είστε σαν τους γονείς μου! Ο πατέρας μου με πέταγε στη μέση του πελάγους να μάθω να κολυμπάω (ή να με πνίξει, δεν ξέρω :)) και η μάνα μου που φοβάται τα άπατα πάθαινε καρδιακό, ομηρικοί καυγάδες όπως φαντάζεσαι!

Μουτς!

agrimio said...

Δεν ξέρω πόσες φορές το'χω διαβάσει, αλλά ακόμη γελάω. Χα χα χα. Αφού δεν πνίγηκες, πάλι καλά! Χαίρομαι που τα διακωμωδείς όλα, αν και δεν μας τα είπες όλα τα νέα σου. Ζηλεύω που πας Ελλάδα! Χαιρετισμούς από Μελβούρνη

Astero said...

Γεια σου Αγριμάκι! Όπως τα λες, αφού δεν πνίγηκα πάλι καλά! Από νέα τι να σου πω, ακόμα άνεργη...

Χειμωνιάζει τώρα σε σας, ε? Μωρέ κρίμα που δεν σε ήξερα πέρυσι, είχα έρθει έναν μήνα ολόκληρο στη Μελβούρνη. Φιλιά πολλά έταιρη ξενιτεμένη!